τιτλοφόρος

τιτλοφόρος
α, ο [ος , ον ] титулованный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "τιτλοφόρος" в других словарях:

  • τιτλοφόρος — α, ο, θηλ. και ος, Ν 1. τιτλούχος 2. το ουδ. ως ουσ. το τιτλοφόρο (στη δημοσιογραφία) ειδησεογραφικό δημοσίευμα με ιδιαίτερο τίτλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τίτλος + φόρος* (< φέρω). Η λ. μαρτυρείται από το 1782 στον Αδ. Κοραή] …   Dictionary of Greek

  • -φορος — ΝΜΑ β συνθετικό παροξύτονων και προπαροξύτονων ονομάτων, αρσενικών και θηλυκών, και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα φορ τής ρίζας τού ρήματος φέρω* και απαντά σε μεγάλο αριθμό συνθέτων (σχεδόν… …   Dictionary of Greek

  • τιτλοφορώ — Ν 1. απονέμω σε κάποιον τίτλο, τιμητική διάκριση, προσαγορεύω με τίτλο ευγενείας 2. χαρακτηρίζω με τίτλο, δίνω ονομασία («τιτλοφόρησαν την οργάνωσή τους Φίλοι τού περιβάλλοντος») 3. βάζω τίτλο, επικεφαλίδα, επιγράφω κείμενο ή έντυπο («το κύριο… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»